die kiwi
ki
ˈki:
ki
wi
vi
vi

Ορισμός και σημασία του "kiwi"στα γερμανικά

01

ακτινίδιο, κιούι

Eine kleine, ovale Frucht mit brauner, haariger Schale und grünem, saftigem Fruchtfleisch 
die Kiwi definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Kiwis
γενική πτώση
Kiwi
Παραδείγματα
Ich esse gern eine Kiwi zum Frühstück. 

Μου αρέσει να τρώω ένα ακτινίδιο για πρωινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store