der kiosk
kiosk
ki:ɔsk
kiawsk

Ορισμός και σημασία του "kiosk"στα γερμανικά

01

περίπτερο, κιόσκι

Ein kleiner Verkaufsstand für Zeitungen, Snacks oder Getränke 
der Kiosk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kioske
γενική πτώση
Kiosk(e)s
Παραδείγματα
Ich kaufe eine Zeitung am Kiosk. 

Αγοράζω μια εφημερίδα στο περίπτερο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store