der kimono
ki
ˈki:
ki
mo
mo
mo
no
no
no

Ορισμός και σημασία του "kimono"στα γερμανικά

01

κιμονό, παραδοσιακό ιαπωνικό ένδυμα

traditionelles japanisches Kleidungsstück mit weiten Ärmeln 
der Kimono definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kimonos
γενική πτώση
Kimonos
Παραδείγματα
Der Kimono ist rot. 

Το κιμονό είναι κόκκινο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store