Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kennenlernen
01
γνωρίζω, ανακαλύπτω
Eine Person oder Sache zum ersten Mal treffen oder entdecken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lerne kennen
γ΄ ενικό πρόσωπο
lernt kennen
ενεστώτα μετοχή
kennenlernend
απλός αόριστος
lernte kennen
παθητική μετοχή
kennengelernt
Παραδείγματα
Er hat seine Freundin letztes Jahr kennengelernt.



























