Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Kauffrau
[gender: feminine]
01
επιχειρηματίας, εμπόρος
Eine Frau, die mit Waren oder Dienstleistungen handelt
Παραδείγματα
Die Kauffrau spricht mit Kunden.
Η εμπορική γυναίκα μιλάει με τους πελάτες.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
επιχειρηματίας, εμπόρος