die kauffrau
kauf
ˈkaʊf
καουφ
frau
fʁaʊ̯
φραου

Ορισμός και σημασία του "kauffrau"στα γερμανικά

01

επιχειρηματίας, εμπόρος

Eine Frau, die mit Waren oder Dienstleistungen handelt 
die Kauffrau definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Kauffrauen
αρσενικό ενικό
Kaufmann
θηλυκό ενικό
Kauffrau
neutral form
Kaufperson
γενική πτώση
Kauffrau
Παραδείγματα
Die Kauffrau führt ein eigenes Geschäft. 

Η εμπορική γυναίκα διευθύνει τη δική της επιχείρηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store