kaufen
Pronunciation
/ˈkaʊ̯fən/

Ορισμός και σημασία του "kaufen"στα γερμανικά

kaufen
[past form: kaufte]
01

αγοράζω

Etwas gegen Bezahlung erwerben
kaufen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kaufe
γ΄ ενικό πρόσωπο
kauft
ενεστώτα μετοχή
kaufend
απλός αόριστος
kaufte
παθητική μετοχή
gekauft
Παραδείγματα
Kaufst du Obst und Gemüse?
Αγοράζεις φρούτα και λαχανικά ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store