kaufen
kaufen
kaʊ̯fɐn
kawfn
kauen

Ορισμός και σημασία του "kaufen"στα γερμανικά

kaufen
01

αγοράζω

Etwas gegen Bezahlung erwerben 
kaufen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kaufe
γ΄ ενικό πρόσωπο
kauft
ενεστώτα μετοχή
kaufend
απλός αόριστος
kaufte
παθητική μετοχή
gekauft
Παραδείγματα
Ich kaufe ein Brot. 

Αγοράζω ένα ψωμί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store