Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kaufen
[past form: kaufte]
01
αγοράζω
Etwas gegen Bezahlung erwerben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kaufe
γ΄ ενικό πρόσωπο
kauft
ενεστώτα μετοχή
kaufend
απλός αόριστος
kaufte
παθητική μετοχή
gekauft
Παραδείγματα
Kaufst du Obst und Gemüse?
Αγοράζεις φρούτα και λαχανικά ;



























