die Kasse
Pronunciation
/ˈkasə/

Ορισμός και σημασία του "kasse"στα γερμανικά

Die Kasse
[gender: feminine]
01

ταμείο, ταμειακή μηχανή

Ein Ort im Geschäft, an dem Kunden für ihre Waren bezahlen
die Kasse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Kasse
πληθυντικός τύπος
Kassen
Παραδείγματα
Die Kasse ist geschlossen.
Το ταμείο είναι κλειστό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store