Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kapitalistisch
01
καπιταλιστικός, καπιταλιστικώς
Etwas, das zum Kapitalismus gehört oder nach seinen Regeln funktioniert
Παραδείγματα
Er denkt und handelt sehr kapitalistisch.
Σκέφτεται και ενεργεί πολύ καπιταλιστικά.


























