kapieren

Ορισμός και σημασία του "kapieren"στα γερμανικά

kapieren
01

καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι

Etwas verstehen oder begreifen
kapieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kapiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
kapierst
ενεστώτα μετοχή
kapierend
απλός αόριστος
kapierte
παθητική μετοχή
kapiert
Παραδείγματα
Sie hat schnell kapiert, worum es geht.
Κατάλαβε γρήγορα τι συμβαίνει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store