Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kapieren
01
καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
Etwas verstehen oder begreifen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kapiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
kapierst
ενεστώτα μετοχή
kapierend
απλός αόριστος
kapierte
παθητική μετοχή
kapiert
Παραδείγματα
Sie hat schnell kapiert, worum es geht.
Κατάλαβε γρήγορα τι συμβαίνει.



























