Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kanarienvogel
[gender: masculine]
01
καναρίνι, πουλί καναρίνι
Ein kleiner Singvogel mit meist gelbem Gefieder, der für seinen melodischen Gesang bekannt ist und oft als Haustier gehalten wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Kanarienvogels
πληθυντικός τύπος
Kanarienvögel
Παραδείγματα
Forscher nutzen den Kanarienvogel manchmal als Modell für Gesangsstudien.
Οι ερευνητές χρησιμοποιούν μερικές φορές το καναρίνι ως μοντέλο για μελέτες τραγουδιού.



























