die kammer
kammer
kamɐ
kam
klammerkummer

Ορισμός και σημασία του "kammer"στα γερμανικά

01

θάλαμος, δωμάτιο

Ein kleiner, oft abgetrennter Raum oder funktionaler Raumteil 
die Kammer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Kammer
πληθυντικός τύπος
Kammern
Παραδείγματα
Die Archivkammer liegt im Keller des Museums. 

Η αρχειακή αίθουσα βρίσκεται στο υπόγειο του μουσείου.

02

θάλαμος, θάλαμος φυσίγγου

Der hintere Teil eines Schusswaffenlaufs, wo die Patrone platziert wird 
die Kammer definition and meaning
Παραδείγματα
Die Patrone steckt in der Kammer des Revolvers. 

Το φυσίγγιο βρίσκεται στην θάλαμο του περίστροφου.

03

θάλαμος, κοιλότητα

Ein Hohlraum in technischen Geräten oder im Körper 
die Kammer definition and meaning
Παραδείγματα
Die Pumpe hat eine spezielle Kammer für Öl. 

Η αντλία έχει μια ειδική θάλαμο για λάδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store