kamm
kamm
kam
kam

Ορισμός και σημασία του "kamm"στα γερμανικά

Der Kamm
[gender: masculine]
01

χτένα, χτένα

flaches, meist langes Werkzeug mit Zähnen zum Kämmen und Frisieren von Haaren
der Kamm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Kamm(e)s
πληθυντικός τύπος
Kämme
Παραδείγματα
Es ist wichtig, den Kamm regelmäßig zu reinigen, um Bakterien zu vermeiden.
Είναι σημαντικό να καθαρίζετε τακτικά την χτένα για να αποφύγετε τα βακτήρια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store