die kamera
ka
ˈka:
ka
me
ra
ʁa
ra

Ορισμός και σημασία του "kamera"στα γερμανικά

01

κάμερα, φωτογραφική μηχανή

Ein Gerät zum Aufnehmen von Fotos oder Videos 
die Kamera definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Kameras
γενική πτώση
Kamera
Παραδείγματα
Die Kamera ist einfach zu bedienen. 

Η κάμερα είναι εύκολη στη χρήση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store