Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Kalb
[gender: neuter]
01
μοσχάρι, μοσχαράκι
Ein junges Rind, das noch bei der Mutter trinkt
Παραδείγματα
Das Kalb schläft im warmen Stall.
Το μοσχάρι κοιμάται στο ζεστό στάβλο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μοσχάρι, μοσχαράκι