kalb
kalb
kalp
kalp

Ορισμός και σημασία του "kalb"στα γερμανικά

Das Kalb
[gender: neuter]
01

μοσχάρι, μοσχαράκι

Ein junges Rind, das noch bei der Mutter trinkt
das Kalb definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Kalb(e)s
πληθυντικός τύπος
Kälber
Παραδείγματα
Das Kalb schläft im warmen Stall.
Το μοσχάρι κοιμάται στο ζεστό στάβλο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store