das kabinett
ka
ka
ka
bi
bi
bi
nett
ˈnɛt
net
kabarett

Ορισμός και σημασία του "kabinett"στα γερμανικά

01

υπουργικό συμβούλιο, κυβέρνηση

Eine Gruppe von Ministern, die zusammen mit dem Regierungschef die Politik eines Landes lenkt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Kabinette
γενική πτώση
Kabinetts
Παραδείγματα
Das Kabinett beschließt neue Gesetze. 

Το υπουργικό συμβούλιο αποφασίζει νέους νόμους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store