Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Kabel
01
καλώδιο, σύρμα
Ein Draht, der Strom oder Daten überträgt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Kabels
πληθυντικός τύπος
Kabel
Παραδείγματα
Das Kabel verbindet den Fernseher mit der Steckdose.
Το καλώδιο συνδέει την τηλεόραση με την πρίζα.



























