das kabel
kabel
ka:bl
kabl
kübelkabulkamel

Ορισμός και σημασία του "kabel"στα γερμανικά

01

καλώδιο, σύρμα

Ein Draht, der Strom oder Daten überträgt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Kabel
γενική πτώση
Kabels
Παραδείγματα
Das Kabel verbindet den Fernseher mit der Steckdose. 

Το καλώδιο συνδέει την τηλεόραση με την πρίζα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store