Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Kabel
[gender: neuter]
01
καλώδιο, σύρμα
Ein Draht, der Strom oder Daten überträgt
Παραδείγματα
Achte darauf, das Kabel nicht zu knicken.
Πρόσεχε να μην λυγίσεις το καλώδιο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
καλώδιο, σύρμα