der junge
jun
ˈjʊn
yoon
ge
lungezunge

Ορισμός και σημασία του "junge"στα γερμανικά

01

αγόρι, παιδί

Ein männliches Kind 
der Junge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Jungen(s)
αρσενικό ενικό
Junge
θηλυκό ενικό
Mädchen
neutral form
Kind
γενική πτώση
Jungen
Παραδείγματα
Der Junge spielt im Park. 

Το αγόρι παίζει στο πάρκο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store