Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
joggen
01
κάνω τζόγκινγκ, τρέχω σε μέτρια ταχύτητα
In mäßigem Tempo zur Fitness oder Entspannung laufen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
jogge
γ΄ ενικό πρόσωπο
joggt
ενεστώτα μετοχή
joggend
απλός αόριστος
joggte
παθητική μετοχή
gejoggt
Παραδείγματα
Beim Joggen hört sie gerne Musik.
Τρέξιμο της αρέσει να ακούει μουσική.



























