joggen
Pronunciation
/ˈʤɔɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "joggen"στα γερμανικά

joggen
[past form: joggte]
01

κάνω τζόγκινγκ, τρέχω σε μέτρια ταχύτητα

In mäßigem Tempo zur Fitness oder Entspannung laufen
joggen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
jogge
γ΄ ενικό πρόσωπο
joggt
ενεστώτα μετοχή
joggend
απλός αόριστος
joggte
παθητική μετοχή
gejoggt
Παραδείγματα
Beim Joggen hört sie gerne Musik.
Τρέξιμο της αρέσει να ακούει μουσική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store