jetten
Pronunciation
/ˈd͡ʒɛtn̩/

Ορισμός και σημασία του "jetten"στα γερμανικά

jetten
01

ταξιδεύω με τζετ, μετακινούμαι με αεριωθούμενο αεροπλάνο

Mit einem Jet reisen, oft schnell und häufig
jetten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
jette
γ΄ ενικό πρόσωπο
jettet
ενεστώτα μετοχή
jettend
απλός αόριστος
jettete
παθητική μετοχή
gejettet
Παραδείγματα
Sie jettet ständig um die Welt – ein echter Jet-Setter!
Αυτή τζετάρει συνεχώς γύρω από τον κόσμο – μια πραγματική jet-setter!
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store