jetten
je
ˈjɛ
ye
tten
tən
tēn

Ορισμός και σημασία του "jetten"στα γερμανικά

jetten
01

ταξιδεύω με τζετ, μετακινούμαι με αεριωθούμενο αεροπλάνο

Mit einem Jet reisen, oft schnell und häufig 
jetten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
jette
γ΄ ενικό πρόσωπο
jettet
ενεστώτα μετοχή
jettend
απλός αόριστος
jettete
παθητική μετοχή
gejettet
Παραδείγματα
Die Geschäftsleute jetten jede Woche zwischen New York und London. 

Οι επιχειρηματίες ταξιδεύουν με τζετ κάθε εβδομάδα μεταξύ Νέας Υόρκης και Λονδίνου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store