Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jetten
01
ταξιδεύω με τζετ, μετακινούμαι με αεριωθούμενο αεροπλάνο
Mit einem Jet reisen, oft schnell und häufig
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
jette
γ΄ ενικό πρόσωπο
jettet
ενεστώτα μετοχή
jettend
απλός αόριστος
jettete
παθητική μετοχή
gejettet
Παραδείγματα
Die Geschäftsleute jetten jede Woche zwischen New York und London.
Οι επιχειρηματίες ταξιδεύουν με τζετ κάθε εβδομάδα μεταξύ Νέας Υόρκης και Λονδίνου.



























