Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jetten
01
ταξιδεύω με τζετ, μετακινούμαι με αεριωθούμενο αεροπλάνο
Mit einem Jet reisen, oft schnell und häufig
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
jette
γ΄ ενικό πρόσωπο
jettet
ενεστώτα μετοχή
jettend
απλός αόριστος
jettete
παθητική μετοχή
gejettet
Παραδείγματα
Sie jettet ständig um die Welt – ein echter Jet-Setter!
Αυτή τζετάρει συνεχώς γύρω από τον κόσμο – μια πραγματική jet-setter!



























