Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ironisch
01
ειρωνικός
Wenn man etwas sagt, aber das Gegenteil meint, oft zum Spaß oder als Spott
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ironischsten
συγκριτικός βαθμός
ironischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Seine ironische Art bringt die Leute oft zum Lachen.
Ο ειρωνικός τρόπος του κάνει συχνά τους ανθρώπους να γελάνε.



























