Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ironie
[gender: feminine]
01
ειρωνεία, σαρκασμός
Ein Stilmittel, bei dem das Gegenteil von dem gesagt wird, was eigentlich gemeint ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ironie
Παραδείγματα
Ironie wird häufig in der Literatur verwendet, um Situationen humorvoll zu kommentieren.
Η ειρωνεία χρησιμοποιείται συχνά στη λογοτεχνία για να σχολιάζει καταστάσεις με χιούμορ.



























