Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Iris
01
ίριδα
der ringförmige, farbige Teil des Auges, der die Pupille umgibt und die Augenfarbe bestimmt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Iris
πληθυντικός τύπος
Iris
Παραδείγματα
Die Iris umgibt die Pupille.
Η ίριδα περιβάλλει την κόρης.
02
ίριδα, ίριδα
eine Blume mit langen Blättern und auffälligen, oft mehrfarbigen Blüten
Παραδείγματα
Die Iris wird wegen ihrer eleganten Form und ihrer kräftigen Farben oft in Gärten und Parks gepflanzt.
Η ίριδα φυτεύεται συχνά σε κήπους και πάρκα λόγω του κομψού σχήματός της και των έντονων χρωμάτων της.



























