Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Installation
01
εγκατάσταση, συναρμολόγηση
Das Einrichten oder Anbringen von technischen Geräten oder Systemen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Installation
πληθυντικός τύπος
Installationen
Παραδείγματα
Vor der Installation der Solaranlage muss das Dach überprüft werden.
Πριν από την εγκατάσταση του ηλιακού συστήματος, η στέγη πρέπει να ελεγχθεί.
02
εγκατάσταση, καλλιτεχνική εγκατάσταση
Eine künstlerische Anordnung von Objekten in einem Raum, die als Kunstwerk betrachtet wird
Παραδείγματα
Die Installation im Museum besteht aus 100 hängenden Glühbirnen.
Η εγκατάσταση στο μουσείο αποτελείται από 100 κρεμαστές λάμπες.



























