Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Inspiration
[gender: feminine]
01
έμπνευση, δημιουργική ιδέα
Ein plötzlicher kreativer Einfall oder Anregung
Παραδείγματα
Seine Musik ist voller Inspiration.
Η μουσική του είναι γεμάτη έμπνευση.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
έμπνευση, δημιουργική ιδέα