Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Inserent
[gender: masculine]
01
διαφημιστής
Eine Person oder Firma, die eine Anzeige veröffentlicht
Παραδείγματα
Der Inserent möchte anonym bleiben.
Ο διαφημιστής θέλει να παραμείνει ανώνυμος.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διαφημιστής