die insel
insel
ɪnzl
inzl

Ορισμός και σημασία του "insel"στα γερμανικά

01

νησί, νησάκι

Ein von Wasser umgebener Landbereich 
die Insel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Inseln
γενική πτώση
Insel
Παραδείγματα
Wir machen Urlaub auf einer Insel. 

Κάνουμε διακοπές σε ένα νησί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store