die illusion
illusion
ɪluzi̯o:n
iloozion

Ορισμός και σημασία του "illusion"στα γερμανικά

01

ψευδαίσθηση, απάτη

Ein falscher Eindruck oder Schein 
die Illusion definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Illusion
πληθυντικός τύπος
Illusionen
Παραδείγματα
Die Illusion täuscht die Sinne. 

Η ψευδαίσθηση εξαπατά τις αισθήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store