Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Illusion
[gender: feminine]
01
ψευδαίσθηση, απάτη
Ein falscher Eindruck oder Schein
Παραδείγματα
Die Illusion kann sehr real wirken.
Η ψευδαίσθηση μπορεί να φαίνεται πολύ πραγματική.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ψευδαίσθηση, απάτη