Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Idealismus
[gender: masculine]
01
ιδεαλισμός, ιδεαλισμός
Eine philosophische Lehre, die besagt, dass die geistige Wirklichkeit wichtiger ist als die materielle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Idealismus
Παραδείγματα
Der Idealismus sieht die Realität als geistig konstruiert an.
Ο ιδεαλισμός θεωρεί την πραγματικότητα ως νοητικά κατασκευασμένη.



























