die höhle
höh
ˈhø:
heu
le
hölle

Ορισμός και σημασία του "höhle"στα γερμανικά

01

σπήλαιο, σπηλιά

natürlicher Hohlraum im Fels oder im Erdinneren 
die Höhle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Höhle
πληθυντικός τύπος
Höhlen
Παραδείγματα
Die Höhle ist dunkel. 

Η σπηλιά είναι σκοτεινή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store