Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Höhepunkt
01
αποκορύφωμα, κορύφωση
Der wichtigste oder spannendste Moment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Höhepunkte
γενική πτώση
Höhepunkt(e)s
Παραδείγματα
Der Höhepunkt des Films war sehr spannend.
Η κορύφωση της ταινίας ήταν πολύ συναρπαστική.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
höhepunkt
höhe
punkt



























