Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Höhe
01
ύψος, υψόμετρο
Der Abstand von unten nach oben oder die Vertikale eines Objekts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Höhe
πληθυντικός τύπος
Höhen
Παραδείγματα
Die Höhe des Berges ist 3000 Meter.
Το ύψος του βουνού είναι 3000 μέτρα.
02
Das Niveau oder die Menge von etwas, oft abstrakt , میزان، مقدار
Παραδείγματα
Die Höhe des Wassers steigt schnell.



























