der hut
hut
hu:t
hoot

Ορισμός και σημασία του "hut"στα γερμανικά

01

καπέλο, σκούφος

Ein Kleidungsstück, das den Kopf bedeckt 
der Hut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Hut(e)s
πληθυντικός τύπος
Hüte
Παραδείγματα
Er trägt einen schwarzen Hut. 

Φοράει ένα μαύρο καπέλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store