humorvoll
Pronunciation
/huˈmoːɐ̯ˌfɔl/

Ορισμός και σημασία του "humorvoll"στα γερμανικά

01

χιουμοριστικός, ευφυής

Etwas oder jemand, der humorvoll ist und oft Witze macht oder lustige Situationen schafft
humorvoll definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am humorvollsten
συγκριτικός βαθμός
humorvoller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Seine humorvollen Kommentare lockerten die Stimmung auf.
Τα χιουμοριστικά σχόλιά του χαλάρωσαν την ατμόσφαιρα.

Λεξικό Δέντρο

humorvoll

humor

+

voll

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store