der humor
humor
hu:mo:ɐ̯
hoomo

Ορισμός και σημασία του "humor"στα γερμανικά

01

χιούμορ, κωμικότητα

Die Fähigkeit, Dinge auf eine lustige oder unterhaltsame Weise zu sehen oder darzustellen 
der Humor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Humore
γενική πτώση
Humors
Παραδείγματα
Sein Humor macht ihn sehr beliebt. 

Το χιούμορ του τον κάνει πολύ δημοφιλή.

02

αστείο, ανέκδοτο

Ein lustiger oder scherzhafter Kommentar oder Witz 
der Humor definition and meaning
Παραδείγματα
Sein Humor bringt alle zum Lachen. 

Το χιούμορ του κάνει όλους να γελούν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

humorist
humor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store