Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Huhn
[gender: neuter]
01
κότα, όρνιθα
Ein domestiziertes Geflügel, das vor allem für Eier und Fleisch gehalten wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Huhn(e)s
πληθυντικός τύπος
Hühner
Παραδείγματα
Das Huhn ist ein wichtiges Nutztier für viele Bauern.
Το κοτόπουλο είναι ένα σημαντικό ζώο αγροκτήματος για πολλούς αγρότες.



























