das Huhn
Pronunciation
/huːn/

Ορισμός και σημασία του "huhn"στα γερμανικά

Das Huhn
[gender: neuter]
01

κότα, όρνιθα

Ein domestiziertes Geflügel, das vor allem für Eier und Fleisch gehalten wird
das Huhn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Huhn(e)s
πληθυντικός τύπος
Hühner
Παραδείγματα
Das Huhn ist ein wichtiges Nutztier für viele Bauern.
Το κοτόπουλο είναι ένα σημαντικό ζώο αγροκτήματος για πολλούς αγρότες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store