das hotel
ho
ho
ho
tel
ˈtɛl
tel
hobelhostel

Ορισμός και σημασία του "hotel"στα γερμανικά

01

ξενοδοχείο

Ein Gebäude, wo Gäste gegen Bezahlung übernachten können 
das Hotel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Hotels
γενική πτώση
Hotels
Παραδείγματα
Wir übernachten in einem großen Hotel am Strand. 

Μένουμε σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο στην παραλία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store