Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Horn
[gender: neuter]
01
κέρατο, κόρνα
harter, spitzer Körperteil von Tieren, meist aus Keratin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Hornes
πληθυντικός τύπος
Hörner
Παραδείγματα
Das Horn vieler Tiere dient sowohl zur Verteidigung als auch zur Kommunikation.
Το κέρατο πολλών ζώων χρησιμεύει τόσο για άμυνα όσο και για επικοινωνία.
02
κόρνο, γαλλικό κόρνο
Blasinstrument aus Metall mit rundem, gewundenem Rohr
Παραδείγματα
Mit feiner Kontrolle erzeugte er auf dem Horn eine große Vielfalt an Klangfarben.
Με λεπτό έλεγχο, παρήγαγε μια μεγάλη ποικιλία χρωμάτων τόνου στο κόρνο.



























