das horn
horn
hɔɐn
hawn
zornvorn

Ορισμός και σημασία του "horn"στα γερμανικά

01

κέρατο, κόρνα

harter, spitzer Körperteil von Tieren, meist aus Keratin 
das Horn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Hornes
πληθυντικός τύπος
Hörner
Παραδείγματα
Das Tier hat ein Horn. 

Το ζώο έχει ένα κέρατο.

02

κόρνο, γαλλικό κόρνο

Blasinstrument aus Metall mit rundem, gewundenem Rohr 
das Horn definition and meaning
Παραδείγματα
Er spielt Horn im Orchester. 

Παίζει κόρνο στην ορχήστρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store