die homöopathie
ho
ˌho:
ho
möo
møo
meuo
pa
pa
pa
thie
ˈti:
ti

Ορισμός και σημασία του "homöopathie"στα γερμανικά

Die Homöopathie
01

ομοιοπαθητική, ομοιοπαθητική θεραπεία

Eine alternative Heilmethode, bei der stark verdünnte Substanzen eingesetzt werden, um die Selbstheilungskräfte des Körpers anzuregen 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Homöopathie
Παραδείγματα
Viele Menschen nutzen Homöopathie bei Erkältungen oder Stress. 

Η ομοιοπαθητική χρησιμοποιείται από πολλούς ανθρώπους για κρυολογήματα ή άγχος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store