Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Homöopathie
01
ομοιοπαθητική, ομοιοπαθητική θεραπεία
Eine alternative Heilmethode, bei der stark verdünnte Substanzen eingesetzt werden, um die Selbstheilungskräfte des Körpers anzuregen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Homöopathie
Παραδείγματα
Die Wirksamkeit der Homöopathie ist wissenschaftlich umstritten.
Η αποτελεσματικότητα της ομοιοπαθητικής είναι επιστημονικά αμφιλεγόμενη.



























