Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
holen
01
πάω να πάρω, φέρω
Etwas oder jemanden von einem Ort zu sich bringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hole
γ΄ ενικό πρόσωπο
holt
ενεστώτα μετοχή
holend
απλός αόριστος
holte
παθητική μετοχή
geholt
Παραδείγματα
Hol bitte den Ball!
Φέρε σε παρακαλώ την μπάλα !



























