holen
Pronunciation
/ˈhoːlən/

Ορισμός και σημασία του "holen"στα γερμανικά

01

πάω να πάρω, φέρω

Etwas oder jemanden von einem Ort zu sich bringen
holen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hole
γ΄ ενικό πρόσωπο
holt
ενεστώτα μετοχή
holend
απλός αόριστος
holte
παθητική μετοχή
geholt
Παραδείγματα
Hol bitte den Ball!
Φέρε σε παρακαλώ την μπάλα !
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store