Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Hof
01
αυλή, εσωτερική αυλή
Offener Platz neben oder hinter einem Gebäude
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Höfe
γενική πτώση
Hof(e)s
Παραδείγματα
Die Kinder spielen im Hof.
Τα παιδιά παίζουν στην αυλή.
LanGeek



























