hochladen
hoch
ˈho:x
hokh
la
ˌla:
la
den
dən
dēn

Ορισμός και σημασία του "hochladen"στα γερμανικά

hochladen
01

ανεβάζω, φορτώνω

Daten oder Dateien von einem lokalen Gerät auf ein Netzwerk oder einen Server übertragen 
hochladen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
hoch
βασικό ρήμα
laden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lade hoch
γ΄ ενικό πρόσωπο
lädt hoch
ενεστώτα μετοχή
hochladen
απλός αόριστος
lud hoch
παθητική μετοχή
hochgeladen
Παραδείγματα
Ich lade die Fotos auf meinen Cloud-Speicher hoch. 

Ανεβάζω τις φωτογραφίες στο αποθηκευτικό μου χώρο στο σύννεφο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store