Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hinunterwerfen
01
πετώ κάτω, ρίχνω προς τα κάτω
Etwas absichtlich oder versehentlich von oben nach unten fallen lassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
hinunter
βασικό ρήμα
werfen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
werfe hinunter
γ΄ ενικό πρόσωπο
wirft hinunter
ενεστώτα μετοχή
hinunterwerfend
απλός αόριστος
warf hinunter
παθητική μετοχή
hinuntergeworfen
Παραδείγματα
Sie wirft jeden Abend den Müll hinunter.
Αυτή πετάει τα σκουπίδια κάτω κάθε βράδυ.



























