Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Hierarchie
[gender: feminine]
01
ιεραρχία, ιεραρχική δομή
Ein System von Ebenen oder Rängen, in dem Personen, Gruppen oder Elemente nach Status, Macht oder Wichtigkeit geordnet sind
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Hierarchie
πληθυντικός τύπος
Hierarchien
Παραδείγματα
Die digitale Hierarchie der Dateien muss klar sein.
Η ψηφιακή ιεραρχία των αρχείων πρέπει να είναι σαφής.



























