heuchlerisch
heuch
ˈhɔʏç
χοüχ
le
λα
risch
ʁɪʃ
ρισ

Ορισμός και σημασία του "heuchlerisch"στα γερμανικά

heuchlerisch
01

υποκριτικός, ψεύτικος

So tun, als wäre man ehrlich oder gut, obwohl man es nicht ist 
heuchlerisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am heuchlerischsten
συγκριτικός βαθμός
heuchlerischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Verhalten, Moral, Charakter
Παραδείγματα
Ihre heuchlerische Art machte sie bei den Kollegen unbeliebt. 

Ο υποκριτικός τρόπος της την έκανε αντιπαθή στους συναδέλφους της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store