Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heuchlerisch
01
υποκριτικός, ψεύτικος
So tun, als wäre man ehrlich oder gut, obwohl man es nicht ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am heuchlerischsten
συγκριτικός βαθμός
heuchlerischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ihre heuchlerische Art machte sie bei den Kollegen unbeliebt.
Ο υποκριτικός τρόπος της την έκανε αντιπαθή στους συναδέλφους της.



























