Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
herunterfahren
01
κλείνω, απενεργοποιώ
Einen Computer oder ein System ordnungsgemäß ausschalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
herunter
βασικό ρήμα
fahren
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
fahre herunter
γ΄ ενικό πρόσωπο
fährt herunter
ενεστώτα μετοχή
herunterfahrend
απλός αόριστος
fuhr herunter,
παθητική μετοχή
heruntergefahren
Παραδείγματα
Wir müssen alle Geräte herunterfahren.
Πρέπει να απενεργοποιήσουμε όλες τις συσκευές.



























