Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
herstellen
01
παράγω, κατασκευάζω
Etwas neu machen oder produzieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
her
βασικό ρήμα
stellen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stelle her
γ΄ ενικό πρόσωπο
stellt her
ενεστώτα μετοχή
herstellend
απλός αόριστος
stellte her
παθητική μετοχή
hergestellt
Παραδείγματα
Das Medikament wird im Labor hergestellt.
Το φάρμακο παράγεται στο εργαστήριο.



























