herstellen
herstellen
he:ɐ̯ʃtɛlən
heshtelēn

Ορισμός και σημασία του "herstellen"στα γερμανικά

herstellen
01

παράγω, κατασκευάζω

Etwas neu machen oder produzieren 
herstellen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
her
βασικό ρήμα
stellen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stelle her
γ΄ ενικό πρόσωπο
stellt her
ενεστώτα μετοχή
herstellend
απλός αόριστος
stellte her
παθητική μετοχή
hergestellt
Παραδείγματα
Diese Firma stellt Autos her. 

Αυτή η εταιρεία παράγει αυτοκίνητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store