Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
herausfinden
01
ανακαλύπτω, εντοπίζω
Etwas durch Nachforschen oder Nachdenken in Erfahrung bringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
heraus
βασικό ρήμα
finden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
finde heraus
γ΄ ενικό πρόσωπο
findet heraus
ενεστώτα μετοχή
herausfindend
απλός αόριστος
fand heraus
παθητική μετοχή
herausgefunden
Παραδείγματα
Wir werden bald die Lösung herausfinden.
Σύντομα θα ανακαλύψουμε τη λύση.



























