Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hemmungslos
01
ανεξέλεγκτος, αχαλίνωτος
Ohne jegliche innere oder äußere Zurückhaltung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am hemmungslosesten
συγκριτικός βαθμός
hemmungsloser
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sein hemmungsloser Konsum von Luxusgütern ruinierte ihn finanziell.
Η αχαλίνωτη κατανάλωση πολυτελών αγαθών του τον κατέστρεψε οικονομικά.



























