Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Hektik
01
βιασύνη, αναστάτωση
Ein Zustand von überstürzter Eile, Stress und Unruhe, oft mit chaotischem oder unorganisiertem Verhalten verbunden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Hektik
Παραδείγματα
Die Hektik im Büro vor Weihnachten ist unerträglich.
Η βιασύνη στο γραφείο πριν τα Χριστούγεννα είναι αβάσταχτη.



























